Χτίζοντας την αυτοεκτίμηση στα παιδιά



της Χριστίνας  Γώγου, Ψυχολόγου- Στελέχους Πρόληψης ΚΕΘΕΑ

Συχνά οι γονείς ρωτούν γεμάτοι αγωνία: «Τι πρέπει να κάνω για να αυξήσω την αυτοεκτίμηση του παιδιού μου;» «Πώς θα το κάνω να πιστεύει περισσότερο στον εαυτό του;» Μπροστά στο φάσμα των απειλών που ορθώνεται στη σχολική - και όχι μόνο - ζωή ενός παιδιού, χρειάζεται να χτίσει έναν «δυνατό» χαρακτήρα για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Να γίνει ένα παιδί που νιώθει σιγουριά για τον εαυτό του, που δεν ντρέπεται, που είναι πάντα σταθερό και που τελικά τα καταφέρνει πάντα μόνο του και δεν έχει κανέναν ανάγκη.

Είναι έτσι πραγματικά; Αυτό πρέπει να είναι το μέτρο σύγκρισης για όλα τα παιδιά; Τι συμβαίνει άραγε με τα παιδιά που είναι ντροπαλά, χαμηλών ή έντονων τόνων, ευερέθιστα, «διαφορετικά»; Υπάρχει άραγε ένα καλούπι με το οποίο όλοι πρέπει να συγκριθούμε;

Μάλλον όχι.

Ανάμεσα στις διάφορες θεωρίες προσωπικότητας που συναντάμε στη βιβλιογραφία η πιο πρόσφορη για αξιοποίηση είναι αυτή που ορίζει την προσωπικότητα ως μία δυναμική διεργασία υπό συνεχή διαμόρφωση μέσα στο πλαίσιο μιας σχέσης. Μάλλον θα τη συγκρίναμε με τη διαδικασία κατασκευής ενός παζλ που ποτέ δεν τελειώνει και συνεχώς επεκτείνεται. Αυτό άλλωστε αποδεικνύουν και οι τελευταίες έρευνες από το χώρο της νευροβιολογίας και της επιστήμης του εγκεφάλου.

Τα παιδιά αποκτούν αίσθηση της προσωπικότητάς τους μέσα από τα μάτια των γονιών τους. Διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους σύμφωνα με την εικόνα που έχουν οι γονείς και όλα τα σημαντικά πρόσωπα για εκείνα. Όσο περισσότερο οι γονείς - αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα κύρους που περιστοιχίζουν τα παιδιά - εμμένουν στα αρνητικά χαρακτηριστικά  και σε αυτά που χρειάζεται να «βελτιωθούν», τόσο τα παιδιά αποθαρρύνονται. Η διάπλαση και η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης συνδέεται με την ενίσχυση και την τόνωση των θετικών χαρακτηριστικών των παιδιών.

Τι ίσχυε παλαιότερα

Παραδοσιακά, η εστίαση στο σωστό και στο λάθος είχε αξία σε έναν κόσμο με μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Ο παραδοσιακός χώρος χρειαζόταν την εμπειρία και τη γνώση του πρεσβύτερου ο οποίος μπορούσε να προειδοποιήσει για την επικείμενη «κακοτοπιά». Η βιωμένη εμπειρία ήταν σημαντική, παρείχε γνώση και πληροφόρηση για το «σωστό» και το «λάθος» και βοηθούσε στην επιβίωση όχι μόνο του ατόμου αλλά και ολόκληρης της κοινότητας. Η διαπαιδαγώγηση βασιζόταν σε δοσμένους ξεκάθαρους κανόνες οι οποίοι όριζαν τη συμπεριφορά. Οι κανόνες παρέμεναν αναλλοίωτοι γιατί και οι συνθήκες παρέμεναν αναλλοίωτες. Ο καθένας γνώριζε τι είναι σωστό και τι δεν είναι. Τι επιτρέπεται και τι όχι.

Τα παιδιά και οι ενήλικες που ακολουθούσαν τους κανόνες κέρδιζαν την εκτίμηση ολόκληρης της κοινότητας και με αυτόν τον τρόπο έχτιζαν τη δικιά τους αυτοεκτίμηση. Καλό παιδί ήταν αυτό που σεβόταν, υπάκουε, συμμετείχε και συνεισέφερε στις εργασίες. Οι κανόνες που όφειλε να ακολουθεί υποδείκνυαν και τις αντίστοιχες συμπεριφορές (π.χ.
«Δεν αντιμιλάς στους μεγαλύτερους») και βασίζονταν στις παραδοσιακές αξίες (π.χ. υπακοή/σεβασμός στους πρεσβύτερους) που στόχο είχαν την ατομική και συλλογική επιβίωση.

Τι ισχύει σήμερα

Σήμερα που δεν υπάρχουν αυθεντίες, δεν θέλουμε τα παιδιά να υπακούουν τυφλά, έστω και αν δεν μας βολεύει ορισμένες φορές. Αλλά μαζί με την υπακοή, που σήμερα την μεταφράζουμε σε αυτοέλεγχο, ή και ικανότητα να ακολουθεί κάποιος κανόνες, επιθυμούμε τα παιδιά να αναπτύξουν και την κριτική τους σκέψη ώστε να κρίνουν εκείνα πότε και πού θα υπακούσουν και πότε και πού – και πώς, θα εναντιωθούν.
Γιατί σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς και οι συνθήκες δεν είναι δοσμένες, ούτε τα προβλήματα -«οι κακοτοπιές»- που θα συναντήσει κάποιος είναι γνωστά εκ των προτέρων, χρειάζεται άλλα εφόδια για να μπορέσει να ανταπεξέλθει – ή για να είναι σε θέση να ανταπεξέρχεται κάθε φορά.

Λέγοντας αυτοεκτίμηση λοιπόν, εννοούμε την σωστή αξιολόγηση του εαυτού μας. Την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Συνεπώς περισσότερο συνδέεται με την έννοια της αναγνώρισης και αποδοχής των δυνατών και λιγότερο δυνατών σημείων της προσωπικότητάς μας. Συνδέεται ακόμα με τη διαχείριση των συναισθημάτων μας και την ψυχική ανθεκτικότητα στις ματαιώσεις ή και σε αγχωτικές καταστάσεις.  

Ας δούμε ένα παράδειγμα για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό:

Όταν τα μικρά παιδιά μαθαίνουν να περπατάνε – εφόσον δεν υπάρχει κάποιος οργανικός ή άλλος περιορισμός – το κοινωνικό περιβάλλον τα ενισχύει χωρίς να ασκεί κριτική. Εμείς ως γονείς εστιάζουμε στις φορές που καταφέρνουν να σταθούν όρθια και θεωρούμε ως επιτυχία ακόμα και το πιο μικρό βήμα. Δεν σπουδαιολογούμε τις αποτυχημένες προσπάθειες – σχεδόν τις ξεχνάμε και γενικώς τις δεχόμαστε με όλη τη φροντίδα, το νοιάξιμο και την αγάπη μας, παρηγορώντας τον μικρό ή την μικρή μας.

Ενισχύουμε με κάθε τρόπο την προσπάθεια λεκτικά, σωματικά, συναισθηματικά. Δίνουμε όλο το χρόνο που χρειάζεται ίσως γιατί και εμείς αισθανόμαστε ασφαλείς ότι κάποια στιγμή θα περπατήσει. Με υπομονή περιμένουμε χωρίς να πιέζουμε και όταν είναι πια έτοιμα να κάνουν το βήμα, είμαστε εκεί για να στηρίξουμε και τέλος να επιβραβεύσουμε με μια αγκαλιά γεμάτη από όλη τη ζεστασιά και τη συγκίνηση που υπάρχει στη σχέση γονιού – παιδιού. Και τότε ικανοποιημένα ενισχύονται από το ίδιο το επίτευγμά τους αλλά και από τη συναισθηματική συναλλαγή με το γονιό.

Πόσο διαφορετική είναι αυτή η εικόνα από την εικόνα π.χ. του διαβάσματος για το σχολείο. Πώς γίνεται άραγε και από τη φυσική ροή της ενίσχυσης και της στήριξης, φτάνουμε να υιοθετούμε αυστηρά πρότυπα διαπαιδαγώγησης που ακόμα και η παιδαγωγική επιστήμη έχει απορρίψει;

Τα παιδιά ξέρουν να χτίζουν την αυτοεκτίμηση τους και μάλιστα από μικρές ηλικίες. Πόσες φορές στο μεγάλωμά τους δεν μας ικανοποίησε ή δεν μας ταλαιπώρησε εκείνη η μικρή λεξούλα που καλά – καλά δεν ήξεραν να προφέρουν: «Μόνο μου!».

Όσες περισσότερες ευκαιρίες έχουν για να νιώσουν ικανά ότι μπορούν να τα καταφέρουν, ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας μια εργασία, τόσο περισσότερο καλλιεργείται η αυτοεκτίμησή τους. Όσες περισσότερες ευκαιρίες έχουν να αναλάβουν πρακτικές ευθύνες που αντιστοιχούν στην ηλικία τους, τόσο περισσότερο ενθαρρυμένα γίνονται.

Η στάση του γονιού

Κατά κύριο λόγο όμως, η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης του παιδιού δεν είναι μία ή πολλές τεχνικές αλλά έχει να κάνει με τη σχέση γονιού παιδιού. Επειδή σε αυτήν τη σχέση εμπλέκονται οι προσωπικές αξίες, οι πεποιθήσεις, οι στάσεις, η ιδεολογία, η προσωπική ιστορία του γονιού, χρειάζεται ο κάθε γονιός να αναρωτηθεί κατά πόσο μπορεί να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί τα θετικά χαρακτηριστικά των παιδιών του. Κατά πόσο πιστεύουμε ότι κάθε παιδί έχει ένα «ταλέντο», έχει ικανότητες και είναι κάπου καλό;

Επιτρέπουμε τα λάθη; Μπορούμε να τα ξεπεράσουμε; Μήπως είμαστε επικριτικοί γιατί υπάρχει ένα «πρότυπο» στο μυαλό μας στο οποίο θέλουμε να ανταποκριθεί το παιδί μας – ενώ κανονικά το παιδί πρέπει να φτιάξει το δικό του πρότυπο;

Μήπως θεωρούμε την κριτική βοηθητική και ότι μόνο έτσι μπορεί ο άλλος να βελτιωθεί;
Τελικά, μπορούμε να αποδεχτούμε το παιδί μας έτσι όπως είναι και να προσπαθήσουμε μαζί του να ανακαλύψουμε και να επεκτείνουμε τους προσωπικούς του «θησαυρούς», τις ικανότητές του, τα ταλέντα του, όσο κρυφά κι αν είναι;

Επίσης, ποια είναι η εικόνα που έχουμε εμείς για τον εαυτό μας, πόσο ενισχυμένοι ή αποδυναμωμένοι αισθανόμαστε και πώς ικανοποιούμε τις δικές μας ανάγκες;

Η εμπειρία του ΚΕΘΕΑ

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω κάτι προσωπικό: στο πλαίσιο του Οργανισμού που εργάζομαι υλοποιούμε προγράμματα πρόληψης των εξαρτήσεων για παιδιά και εφήβους που ζουν σε δύσκολες συνθήκες, μεγάλης επικινδυνότητας και ιδιαίτερης ψυχικής επιβάρυνσης. Τα παιδιά προέρχονται κυρίως από οικογένειες μεταναστών, με μεγάλες κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες και ζουν στο υποβαθμισμένο κέντρο της Αθήνας.

Μέρος του προγράμματος πρόληψης είναι να τα βοηθήσουμε στα μαθήματα του σχολείου τους. Τα παιδιά έχουν έντονες μαθησιακές δυσκολίες – είτε διαγνωσμένες, είτε όχι - οι οποίες είναι εμφανείς ακόμα και από την πρώτη επαφή. Μπορεί να πηγαίνουν Α’ Γυμνασίου και να μην ξέρουν τι σημαίνει πρόσημο ή Ε’ Δημοτικού και να μην μπορούν να κάνουν πρόσθεση και αφαίρεση. Και εκεί που απογοητευόμαστε, μόλις κάποιος δείξει ενδιαφέρον και δώσει μία ευκαιρία στο παιδί – «Έλα τώρα, μπορείς να το κάνεις αυτό…» - σαν να λύνονται τα μάγια και το παιδί τα καταφέρνει. Η πρόοδος δεν είναι μόνιμη, ούτε σταθερή και κατά πάσα πιθανότητα την επόμενη φορά το παιδί θα ξαναγυρίσει στη δυσκολία του, όμως κάθε φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν παύει να με εντυπωσιάζει.

Πόσο ρόλο παίζει τελικά η αυτοεκτίμηση και η εικόνα που έχουν αυτά τα παιδιά για τον εαυτό τους. Γιατί το πιο δύσκολο για αυτά είναι να καταφέρουν να φανταστούν μια άλλη ζωή από αυτή που ήδη ζουν.   

Συνοψίζοντας:
ü  Ευτυχώς η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης συνδέεται με την πλούσια σχέση που ο κάθε γονιός δημιουργεί με τα παιδιά του.
ü  Δεν είναι ούτε η απλή επιβράβευση, ούτε ο συνεχής έπαινος. Είναι η πίστη ότι τα παιδιά μπορούν να τα καταφέρουν – ακόμα κι αν δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Να τα καταφέρουν να γίνονται ο εαυτός τους, η ξεχωριστή προσωπικότητά τους που παλεύει να μεγαλώσει σε ένα δύσκολο κόσμο.
ü  Τα παιδιά που δυσκολεύονται μπορεί να έχουν εγκλωβιστεί σε ρόλους και σε ταμπέλες που οι άλλοι τους έχουν φορέσει και δεν έχουν βρει τη δυνατότητα – ή το πλαίσιο για να ξεδιπλώσουν τις δικές τους ικανότητες.
ü  Η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης συνδέεται με την καλώς εννοούμενη έννοια της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας»: αυτό που σκεφτόμαστε ως χαρακτηρισμό γίνεται χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του άλλου – όχι όμως για τα αρνητικά αλλά για τα θετικά χαρακτηριστικά όπως αυτά διαφαίνονται τώρα και περιμένουμε να εξελιχθούν και να ανθίσουν στο μέλλον.

Μικρές συμβουλές που μπορεί να βοηθήσουν:
ü  Σκεφτείτε και καταγράψτε τα θετικά χαρακτηριστικά του ή των παιδιών σας. Περιγράψτε τα στον εαυτό σας. Μπορείτε να τα αναγνωρίσετε στη συμπεριφορά τους; Π.χ. εάν έχετε σκεφτεί ότι είναι γενναιόδωρος μπορείτε να αναγνωρίσετε μια αντίστοιχη συμπεριφορά; Π.χ. μοιράζεται τα πράγματά του με τους καλούς του φίλους;
ü  Στη συνέχεια μην χάνετε ευκαιρία να τα περιγράφετε και στα ίδια τα παιδιά: π.χ. «Πόσο χαίρομαι που είσαι γενναιόδωρος και μπορείς να μοιράζεσαι τα πράγματά σου με τους καλούς σου φίλους».
ü  Κολλήστε «θετικές ταμπέλες» στα παιδιά σας. Όταν σας διηγούνται ένα περιστατικό, μπορείτε να δείτε τα θετικά χαρακτηριστικά που διαθέτουν; Αφού τα εντοπίσετε, περιγράψτε τα – πείτε τα στα παιδιά. Εάν δεν μπορείτε να εντοπίσετε θετικά αναρωτηθείτε – μήπως εστιάζεστε μόνο στα αρνητικά;
ü  Δώστε ευθύνες στα παιδιά. Μικρές πρακτικές ευθύνες που μπορούν να αντέξουν, αντιστοιχούν στην ηλικία τους και μπορούν να φέρουν εις πέρας. Και το κυριότερο, μπορείτε να τις αντέξετε κι εσείς.
ü  Φανταστείτε πώς θα είναι τα παιδιά σας σε 15-20 χρόνια από τώρα. Αυτός ο ενήλικας που φαντάζεστε έχει ήδη αρχίσει να υπάρχει από τώρα.

ü  Φτιάξτε μια ειλικρινή, πλούσια, γεμάτη σχέση με τα παιδιά σας που δεν περιέχει μόνο οδηγίες, συμβουλές, συνέπειες και πρακτική φροντίδα αλλά και χαρά, συνεργασία, αγάπη, μοίρασμα, σύνδεση, ζεστασιά.




*η κυρία Χριστίνα  Γώγου είναι μέλος του συλλόγου μας